Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
Πρoεξάρχοντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Χώρας κ. Ευμενίου, πλαισιούμενος από κληρικούς της Ιεράς Επισκοπής Χώρας , ενώ πλήθος πιστών προσήλθε για να συμμετάσχει στον τρίτο Κατανυκτικό Εσπερινό της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, πραγματοποιήθηκε η χαρακτηριστική αλλαγή της ατμόσφαιρας του ναού, καθώς τα λαμπρά άμφια αντικαταστάθηκαν από πένθιμα, τα φώτα χαμήλωσαν και οι ύμνοι απέκτησαν έντονο κατανυκτικό χαρακτήρα, σηματοδοτώντας την είσοδο των πιστών στην περίοδο της προσευχής και της πνευματικής περισυλλογής.
Κατά τον Γ΄ Κατανυκτικό Εσπερινό της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Χώρας κ. Ευμένιος απηύθυνε πνευματικό λόγο προς τους πιστούς, αναφερόμενος στο βαθύτερο νόημα της Β΄ Κυριακής των Νηστειών, η οποία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Στο κήρυγμά του τόνισε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπερασπίστηκε την αλήθεια της Εκκλησίας ότι ο Θεός δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο σκέψεως ή φιλοσοφικής αναζητήσεως, αλλά ζωντανή εμπειρία για τον άνθρωπο. Αναφερόμενος στη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο Όρος Θαβώρ, υπογράμμισε ότι το γεγονός αυτό δεν αποτέλεσε αλλαγή στον ίδιο τον Χριστό, διότι ο Χριστός είναι πάντοτε ο ίδιος, πλήρης θείας δόξης. Η μεταμόρφωση, όπως εξήγησε, συνέβη ουσιαστικά στους μαθητές, των οποίων τα μάτια άνοιξαν για να μπορέσουν να δουν το άκτιστο φως της θεότητος του Κυρίου. Για τον λόγο αυτόν, σημείωσε, επιλέχθηκαν οι τρεις μαθητές, ώστε να γίνουν μάρτυρες της δόξης του Χριστού και να ενισχυθούν πνευματικά ενόψει του επερχόμενου Πάθους Του.
Ο Θεοφιλέστατος εξήγησε ότι το φως του Θαβώρ δεν είναι κτιστό ή συμβολικό, αλλά το άκτιστο και αιώνιο φως της θείας χάριτος, στο οποίο ο άνθρωπος μπορεί να μετέχει μέσω της προσευχής, της ταπεινώσεως και της καθάρσεως της καρδιάς. Υπογράμμισε ότι αυτή η εμπειρία του φωτός του Θεού δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των αγίων ή των μοναχών, αλλά κλήση για κάθε πιστό που αγωνίζεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη σημασία της εσωτερικής ησυχίας της καρδιάς, επισημαίνοντας ότι μέσα στον θόρυβο του σύγχρονου κόσμου ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αισθανθεί την παρουσία του Θεού. Έφερε ως παράδειγμα την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής», τονίζοντας ότι η σιωπή της Παναγίας δεν ήταν απουσία λόγου αλλά εσωτερική ειρήνη και ταπείνωση που επέτρεψαν στην καρδιά της να γίνει κατοικητήριο του Θεού.
Τέλος, έκανε αναφορά και στην επικείμενη εορτή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, προβάλλοντας το παράδειγμα της ακλόνητης πίστεως και της θυσιαστικής αγάπης τους προς τον Χριστό, οι οποίοι παρέμειναν πιστοί ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες, φανερώνοντας ότι το φως του Θεού λάμπει στις καρδιές εκείνων που μένουν σταθεροί στην πίστη.
Ολοκληρώνοντας, ο Θεοφιλέστατος προέτρεψε τους πιστούς να αξιοποιήσουν την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως ευκαιρία πνευματικής ανανέωσης, ώστε μέσα από την προσευχή, τη μετάνοια, τη συγχώρηση και τη συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, η καρδιά του ανθρώπου να γίνει δεκτική της παρουσίας και του φωτός του Θεού
Ο Θεοφιλέστατος μετέφερε επίσης τις πατρικές ευλογίες του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ.κ. Μακαρίου, καθώς και τις ευχές του για ευλογημένη και πνευματικά καρποφόρα Τεσσαρακοστή.